απλουστεύω


απλουστεύω
απλουστεύω, απλούστευσα και απλούστεψα βλ. πίν. 19 , βλ. πίν. 17

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απλουστεύω — απλοποιώ, καθιστώ κάτι απλούστερο …   Dictionary of Greek

  • απλουστεύω — εψα, εύτηκα, εμένος, κάνω κάτι απλό, απλοποιώ: Καλό είναι να απλουστεύει κανείς τα πράγματα αντί να τα μπερδεύει. Ουσ. απλούστευση, η η απλοποίηση: Ευκόλυνε πολύ τον κόσμο η απλούστευση της διαδικασίας στην έκδοση διαβατηρίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απλούστευση — η η πράξη του απλουστεύω, απλοποίηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < απλουστεύω. Ο τ. απλούστευσις μαρτυρείται από το 1861 στον Θεαγένη Λιβαδά] …   Dictionary of Greek

  • αναλύω — (Α ἀναλύω) 1. χωρίζω κάτι σύνθετο στα συστατικά του στοιχεία 2. διαλύω σώμα στερεάς μορφής, λειώνω (στα αρχ. στην παθ.) 3. ερευνώ, εξετάζω αναλυτικά, διερευνώ, λεπτολογώ 4. εκτυλίσσω, ξετυλίγω (στα αρχ. στη μέσ.) 5. (στη Λογική) αναλύω συλλογισμό …   Dictionary of Greek

  • απλός — ή, ό (AM ἁπλοῡς, ῆ, οῡν, Α κ. ἀπλόος η, ον)·) 1. μονός 2. ανεπιτήδευτος, απέριττος 3. (για πρόσωπα) ειλικρινής, άδολος, ευθύς νεοελλ. εύκολος, ευκολονόητος αρχ. 1. απόλυτος, πλήρης, απεριόριστος 2. καθαρός, αμιγής 3. ανεύθυνος, αναρμόδιος 4.… …   Dictionary of Greek

  • απλοποιώ — ησα, ήθηκα, ημένος, απλουστεύω: Απλοποιήθηκε η διαδικασία για την πληρωμή του φόρου εισοδήματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εκλαϊκεύω — εκλαΐκεψα, εκλαϊκεύτηκα, εκλαϊκευμένος, μτβ., κάνω λαϊκό κάτι, το απλουστεύω, ώστε να γίνει καταληπτό και από ανθρώπους του λαού (μέτριας πνευματικής μόρφωσης): Αυτό το βιβλίο εκλαϊκεύει την επιστήμη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)